Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική ωραίος ωραία ωραίο
γενική ωραίου ωραίας ωραίου
αιτιατική ωραίο ωραία ωραίο
κλητική ωραίε ωραία ωραίο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ωραίοι ωραίες ωραία
γενική ωραίων ωραίων ωραίων
αιτιατική ωραίους ωραίες ωραία
κλητική ωραίοι ωραίες ωραία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ωραίος < αρχαία ελληνική ὡραῖος • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;  

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ɔˈɾɛ.ɔs/ αρσενικό

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

ωραίος, -α, -ο, συγκριτικός: ωραιότερος, υπερθετικός: ωραιότατος

  1. που έχει αρεστά χαρακτηριστικά
     συνώνυμα: ευειδής, καλλίγραμμος, κομψός, όμορφος
  2. που προκαλεί ευχάριστη αίσθηση
     συνώνυμα: φίνος
  3. που προκαλεί θαυμασμό ή ενδιαφέρον
  4. που σχετίζεται με ευχάριστες εμπειρίες
  5. (καιρός) που είναι ευχάριστα αποδεκτός

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΣύνθεταΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία