Ελληνικά (el) Επεξεργασία


  Ετυμολογία Επεξεργασία

ωραιοπάθεια < ωραιοπαθής

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ωραιοπάθεια θηλυκό, μόνο στον ενικό

  1. το να θαυμάζει κάποιος τον εαυτό του, το να ασχολείται υπερβολικά με την ομορφιά του
     συνώνυμα: αυταρέσκεια, ναρκισσισμός
  2. (σπάνιο) το πάθος με το ωραίο (πχ., στην τέχνη)

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία