Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ωραία < ὡραῖα στην καθαρεύουσα < αρχαία ελληνική ὡραῖα ουσιαστικό και επίθετο < επίθετο ὡραῖος < ὥρα

  ΕπίρρημαΕπεξεργασία

ωραία (τροπικό)

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  Κλιτικός τύπος επιθέτουΕπεξεργασία

ωραία

  1. θηλυκό του ωραίος, στην ονομαστική, την αιτιατική και την κλητική του ενικού
  2. ουδέτερο του ωραίος, στην ονομαστική, την αιτιατική και την κλητική του πληθυντικού