Δείτε επίσης: ωραίος

Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

Πτώση Ενικός Πληθυντικός
Ονομαστική ὡραῖος ὡραία ὡραῖον ὡραῖοι ὡραῖαι ὡραῖα
Γενική ὡραίου ὡραίας ὡραίου ὡραίων ὡραίων ὡραίων
Δοτική ὡραίῳ ὡραίᾳ ὡραίῳ ὡραίοις ὡραίαις ὡραίοις
Αιτιατική ὡραῖον ὡραίαν ὡραῖον ὡραίους ὡραίας ὡραῖα
Κλητική ὡραῖε ὡραία ὡραῖον ὡραῖοι ὡραῖαι ὡραῖα
Δυικός Αρσενικό-Ουδέτερο Θηλυκό
Ονομαστική-Αιτιατική-Κλητική ὡραίω ὡραία
Γενική-Δοτική ὡραίοιν ὡραίαιν

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ὡραῖος < ὥρα + -ιος[1]

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

ὡραῖος, -α, -ον

  1. που παράγεται την κατάλληλη εποχή (π.χ. για καρπούς)
  2. που είναι ώριμος και κατάλληλος για κατανάλωση (φρούτα, αλλά και ζώα και ψάρια)
  3. που συμβαίνει τον αναμενόμενο χρόνο, τον κατάλληλο χρόνο, όταν είναι ώριμος, έτοιμος (για κάτι)
    γάμου ὡραῖαι - θάνατος ὡραῖος (στην ώρα του, για ηλικιωμένο)
  4. που βρίσκεται στο άνθος της ηλικίας του
    ※  ὡραῖος δὲ γυναῖκα τεὸν ποτὶ οἶκον ἄγεσθαι, μήτε τριηκόντων ἐτέων μάλα πόλλ᾽ ἀπολείπων μήτ᾽ ἐπιθεὶς μάλα πολλά: γάμος δέ τοι ὥριος οὗτος: ἡ δὲ γυνὴ τέτορ᾽ ἡβώοι, πέμπτῳ δὲ γαμοῖτο. (Ησίοδος, Έργα και Ημέραι)
    να παίρνει κάποιος γυναίκα στο σπίτι στην ακμή του, ούτε να του μένουν πολλά χρόνια μέχρι τα τριάντα ούτε να τα έχει περάσει πολύ, αυτή είναι η κατάλληλη ηλικία για γάμο. Η δε γυναίκα να έχει τέσσερα χρόνια που μπήκε στην εφηβεία και να παντρεύεται τον πέμπτο)
  5. όμορφος (με σαφή έως και αποκλειστική, ίσως, την έννοια του όμορφου η λέξη φαίνεται να αρχίζει να χρησιμοποιείται από τα χριστιανικά χρόνια και μετά, γιατί στις αρχές της ελληνιστικής εποχής δεν ήταν ακόμα συνώνυμο της ομορφιάς)
    ※  ἄνευ κάλλους ὡραῖοι (Αριστοτέλης, Ρητορική)
  6. τὸ ὡραῖον (ως ουσιαστικοπουμένο επίθετο): η κατάλληλη εποχή
    ὅτε ὡραῖον εἴη (όταν το επέτρεπε ο καιρός, η εποχή, όταν ήταν η κατάλληλη εποχή)
  7. (πληθυντικός του ουδέτερου) τὰ ὡραῖα (ουσιαστικοποιημένο επίθετο): τα φρούτα εποχής, αλλά και η πρώτη περίοδος των κοριτσιών
  8. ὡραία (ουσιαστικοπουμένο επίθετο) η εποχή της συγκομιδής, συγκεκριμένα οι 20 μέρες πριν και μετά την ανατολή του Σείριου ή του Μεγάλου Κυνός (τότε πιθανόν στα μέσα Ιουνίου)
    μίμνει ἐς ὡραίην (μέχρι τη συγκομιδή)
  9. (ουσιαστικοπουμένο επίθετο) ἡ ὡραία: η περίοδος, ίσως η περίοδος του καλοκαιριού συγκεκριμένα
    '... ἀκούω Λακεδαιμονίους τότε καὶ πάντας τοὺς ἄλλους, τέτταρας μῆνας ἢ πέντε, τὴν ὡραίαν αὐτήν, ἐμβαλόντας ἂν καὶ κακώσαντας τὴν χώραν...
    πληροφορούμαι ότι οι Λακεδαιμόνιοι, όπως και όλοι οι άλλοι, εισέβαλαν και κατέστρεφαν τη χώρα κατά τους τέσσερεις ή πέντε μήνες της (καλοκαιρινής) περιόδου ... (Χρειάζεται τεκμηρίωση…)
    τὴν μὲν ὡραίην οὐκ ὕει (δε βρέχει την εποχή αυτή <ίσως καλοκαίρι ή άνοιξη>)

ΑντώνυμαΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΑναφορέςΕπεξεργασία

  1. «ωραίος» - Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2010). Ετυμολογικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας (Β' ανατύπωση. 2009: A' έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας. 

  ΠηγέςΕπεξεργασία