Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

Πτώση Ενικός Πληθυντικός
Ονομαστική ὡρικός ὡρική ὡρικόν ὡρικοί ὡρικαί ὡρικά
Γενική ὡρικοῦ ὡρικῆς ὡρικοῦ ὡρικῶν ὡρικῶν ὡρικῶν
Δοτική ὡρικῷ ὡρικῇ ὡρικῷ ὡρικοῖς ὡρικαῖς ὡρικοῖς
Αιτιατική ὡρικόν ὡρικήν ὡρικόν ὡρικούς ὡρικάς ὡρικά
Κλητική ὡρικέ ὡρική ὡρικόν ὡρικοί ὡρικαί ὡρικά
Δυικός Αρσενικό-Ουδέτερο Θηλυκό
Ονομαστική-Αιτιατική-Κλητική ὡρικώ ὡρικά
Γενική-Δοτική ὡρικοῖν ὡρικαῖν

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ὡρικός < ὡραῖος

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

ὡρικός,ή,όν ὡρικώτερος ὡρικώτατος

  1. ο ακμαίος, αυτός που βρίσκεται τώρα στην ακμή του
  2. το ώριμο, κατάλληλο για κατανάλωση φρούτο
  3. ωραίος, χαριτωμένος, όμορφος
  4. νεανικός

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία