Δείτε επίσης: ἀκμαῖος

Νέα ελληνικά (el)Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο ακμαίος η ακμαία το ακμαίο
      γενική του ακμαίου της ακμαίας του ακμαίου
    αιτιατική τον ακμαίο την ακμαία το ακμαίο
     κλητική ακμαίε ακμαία ακμαίο
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι ακμαίοι οι ακμαίες τα ακμαία
      γενική των ακμαίων των ακμαίων των ακμαίων
    αιτιατική τους ακμαίους τις ακμαίες τα ακμαία
     κλητική ακμαίοι ακμαίες ακμαία
ομάδα 'ωραίος', Κατηγορία όπως «ωραίος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ακμαίος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀκμαῖος και σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική florissant[1]

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /akˈme.os/
τυπογραφικός συλλαβισμός: ακ‐μαί‐ος

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

ακμαίος -α -ο

  1. που βρίσκεται στην ακμή του, που ακμάζει
    ένας ακμαίος πολιτισμός
  2. δυνατός, ισχυρός, με σωματικές και πνευματικές δυνάμεις
    παρά τα χρόνια του παραμένει ακόμα ακμαίος

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΑναφορέςΕπεξεργασία