Άνοιγμα κυρίου μενού

Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική ὥρα ὥρα ὧραι
Γενική ὥρας ὥραιν ὡρῶν
Δοτική ὥρ ὥραιν ὥραις
Αιτιατική ὥραν ὥρα ὥρας
Κλητική ὥρα ὥρα ὧραι

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ὥρα < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *yōr-ā < *yēr- / *yeh₁r- (έτος, εποχή)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ὥρα θηλυκό

  1. ορισμένος χρόνος, χρονική περίοδος που ορίζεται από τους φυσικούς νόμους, περίοδος του έτους, του μήνα, της ημέρας
  2. εποχή του έτους [οι αρχαίοι Έλληνες διέκριναν τρεις εποχές του χρόνου: το έαρ (άνοιξη), το θέρος (καλοκαίρι) και τον χειμώνα, ενώ την οπώραν (φθινόπωρο) τη θεωρούσαν μάλλον ως ακμή του καλοκαιριού]
    τῆς ὥρης μέσον θέρος
  3. έμμεσα το κλίμα μιας χώρας, από την κανονικότητα και την ομορφιά των εποχών του
    τὰς ὥρας κάλλιστα κεκρημένας (ωραίο κλίμα, με τις εποχές του να θεωρούνται άριστες)
  4. ώρα, ακμή του έτους, μέρος της ημέρας ή του ημερονυκτίου
    ὥρα νυκτός
    αἱ ὧραι τῆς ἡμέρας
    τῆς ὥρας μικρὸν πρὸ δύντος ἡλίου (Ξενοφών)
    τὰ δυώδεκα μέρεα τῆς ἡμέρης παρὰ Βαβυλωνίων ἔμαθον οἱ Ἕλληνες (Ηρόδοτος)
    ἡμέρα ἡ . . δωδεκάωρος, τουτέστιν ἡ ἀπὸ ἀνατολῆς μέχρι δύσεως
    μετὰ ἱκανὴν ὥραν τοῦ κατενεχθῆναι τὸν πέλεκυν ἐξακούεται ἡ τῆς πληγῆς φωνή (μετά από πολλή ώρα...)
  5. η κατάλληλη ώρα, η σωστή στιγμή, η καλή στιγμή της ζωής του ανθρώπου, η νεότητα
    ώρα καθεύδειν (για ύπνο)/ώρα ἀπιέναι (ώρα να πηγαίνουμε), ώρα γάμου, ὥρα ἐστίν (είναι ώρα να...)

Εναλλακτικές μορφέςΕπεξεργασία

ΚλίσηΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΠηγέςΕπεξεργασία