Άνοιγμα κυρίου μενού

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική θέρος θέρη
γενική θέρους θερών
αιτιατική θέρος θέρη
κλητική θέρος θέρη

  Ετυμολογία Επεξεργασία

θέρος < αρχαία ελληνική θέρος < πρωτοελληνική *tʰéros < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *gʷʰéros (ζέστη, ζεστός καιρός) < *gʷʰer- (ζεστός)

  Ουσιαστικό 1Επεξεργασία

θέρος ουδέτερο

  Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική θέρος θέροι
γενική θέρου θέρων
αιτιατική θέρο θέρους
κλητική θέρο θέροι

  Ετυμολογία Επεξεργασία

θέρος < το θέρος < αρχαία ελληνική θέρος < πρωτοελληνική *tʰéros < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *gʷʰéros (ζέστη, ζεστός καιρός) < *gʷʰer- (ζεστός)

  Ουσιαστικό 2Επεξεργασία

θέρος αρσενικό

  1. ο θερισμός
  2. (κατ’ επέκταση) η εποχή του θερισμού

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία