Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το θέρος τα θέρη
      γενική του θέρους
    αιτιατική το θέρος τα θέρη
     κλητική θέρος θέρη
όπως «δάσος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ˈθe.ɾos/
τυπογραφικός συλλαβισμός: θέ‐ρος

  Ετυμολογία Επεξεργασία

θέρος < αρχαία ελληνική θέρος < πρωτοελληνική *tʰéros < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *gʷʰéros (ζέστη, ζεστός καιρός) < *gʷʰer- (ζεστός)

  Ουσιαστικό 1Επεξεργασία

θέρος ουδέτερο

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο θέρος οι θέροι
      γενική του θέρου των θέρων
    αιτιατική τον θέρο τους θέρους
     κλητική θέρο θέροι
όπως «υπνάκος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
θέρος < το θέρος < αρχαία ελληνική θέρος < πρωτοελληνική *tʰéros < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *gʷʰéros (ζέστη, ζεστός καιρός) < *gʷʰer- (ζεστός)

  Ουσιαστικό 2Επεξεργασία

θέρος αρσενικό

  1. ο θερισμός
  2. (κατ’ επέκταση) η εποχή του θερισμού

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία