Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το θέρισμα τα θερίσματα
      γενική του θερίσματος των θερισμάτων
    αιτιατική το θέρισμα τα θερίσματα
     κλητική θέρισμα θερίσματα
Κατηγορία όπως «όνομα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

θέρισμα < μεσαιωνική ελληνική

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

θέρισμα ουδέτερο

  • η ενέργεια και το αποτέλεσμα του θερίζω

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία