Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

θερίζω < αρχαία ελληνική θερίζω < θέρος < πρωτοελληνική *tʰéros < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *gʷʰéros (ζέστη, ζεστός καιρός) < *gʷʰer- (ζεστός)

  ΡήμαΕπεξεργασία

θερίζω (παθητική φωνή: θερίζομαι)

  1. κόβω τα στάχυα ή χόρτα με δρεπάνι ή μηχανή
    τον Ιούλιο θερίζουν τα σπαρμένα
  2. (μεταφορικά) αποκτώ εμπειρίες, απολαμβάνω τα θετικά αποτελέσματα των ενεργειών μου
     συνώνυμα: δρέπω
    ήρθε η ώρα να θερίσομε τους καρπούς των κόπων μας
  3. σκοτώνω πολλούς ανθρώπους μαζί, αφανίζω
    ο μεθυσμένος οδηγός θέρισε τους πεζούς
  4. προκαλώ ένα ισχυρό σωματικό πόνο
    με θερίζει το στομάχι μου
  5. (ειδικότερα) προκαλώ διάρροια
    τον θέρισε το φαγητό της καντίνας

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  • ό,τι σπείρεις θα θερίσεις' : τα αποτελέσματα των πράξεων είναι ανάλογα των προσπαθειών

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΚλίσηΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία