Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία


  Ετυμολογία Επεξεργασία

δρέπω < αρχαία ελληνική δρέπω < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *dhrebh-

  ΡήμαΕπεξεργασία

δρέπω

  1. θερίζω, κόβω
  2. απολαμβάνω


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία