Νέα ελληνικά (el) επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο θερισμένος η θερισμένη το θερισμένο
      γενική του θερισμένου της θερισμένης του θερισμένου
    αιτιατική τον θερισμένο τη θερισμένη το θερισμένο
     κλητική θερισμένε θερισμένη θερισμένο
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι θερισμένοι οι θερισμένες τα θερισμένα
      γενική των θερισμένων των θερισμένων των θερισμένων
    αιτιατική τους θερισμένους τις θερισμένες τα θερισμένα
     κλητική θερισμένοι θερισμένες θερισμένα
Κατηγορία όπως «αγαπημένος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία επεξεργασία

θερισμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου θερίζω

  Μετοχή επεξεργασία

θερισμένος, -η, -ο

→ δείτε τη λέξη θερίζω

  Μεταφράσεις επεξεργασία