Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ὡρηφόρος < ὥρα +φέρω

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

ὡρηφόρος -ος -ον

  • που φέρνει τις εποχές (επίθετο της θεάς Δήμητρας)