→ γένη αρσενικό & θηλυκό ουδέτερο
↓ πτώσεις       ενικός      
ονομαστική / ὡρηφόρος τὸ ὡρηφόρον
      γενική τοῦ/τῆς ὡρηφόρου τοῦ ὡρηφόρου
      δοτική τῷ/τῇ ὡρηφόρ τῷ ὡρηφόρ
    αιτιατική τὸν/τὴν ὡρηφόρον τὸ ὡρηφόρον
     κλητική ! ὡρηφόρε ὡρηφόρον
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
ονομαστική οἱ/αἱ ὡρηφόροι τὰ ὡρηφόρ
      γενική τῶν ὡρηφόρων τῶν ὡρηφόρων
      δοτική τοῖς/ταῖς ὡρηφόροις τοῖς ὡρηφόροις
    αιτιατική τοὺς/τὰς ὡρηφόρους τὰ ὡρηφόρ
     κλητική ! ὡρηφόροι ὡρηφόρ
    δυϊκός  
ονομ-αιτ-κλ τὼ ὡρηφόρω τὼ ὡρηφόρω
      γεν-δοτ τοῖν ὡρηφόροιν τοῖν ὡρηφόροιν
2η κλίση, Κατηγορία 'δύσκολος' όπως «τοξοβόλος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία

επεξεργασία

ὡρηφόρος < ὥρη, τύπος του ὥρα + -φόρος • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;  

  Επίθετο

επεξεργασία

ὡρηφόρος, -ος, -ον

  • που φέρνει τις εποχές (επίθετο της θεάς Δήμητρας)