Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

Δήμητρα < αρχαία ελληνική Δημήτηρ < δᾶ (δωρικός τύπος του γῆ) + μήτηρ [1]

  Κύριο όνομαΕπεξεργασία

Δήμητρα θηλυκό

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΑναφορέςΕπεξεργασία

  1. Δήμητρα στην Επιτομή του Λεξικού Λίντελ-Σκοτ. Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας (Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος, 2007), Ψηφίδες στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, 2012.