Δείτε επίσης: γη

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

γῆ θηλυκό



Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

Πτώση Ενικός Δυικός Πληθυντικός
Ονομαστική γῆ - -
Γενική γῆς - -
Δοτική γῇ - -
Αιτιατική γῆν - -
Κλητική γῆ - -

  Ετυμολογία Επεξεργασία

γῆ < αβέβαιης ετυμολογίας δωρικά γᾶ (συνηρημένες μορφές του γέα) και ιωνική γέη < ομηρική γαῖα και Γαῖα

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

γῆ θηλυκό

  1. έδαφος
    γῆν καὶ ὕδωρ αἰτεῖν
  2. χώμα
  3. μάνα γη
    μᾶ Γᾶ μᾶ Γᾶ, βοὰν φοβερὸν ἀπότρεπε, ὦ πᾶ, Γᾶς παῖ, Ζεῦ. (μάννα μου Γη, μάννα μου Γη, τον φοβερό τον κράχτη, Δία πατέρα, γιέ της Γης, κεραύνωσε και κάνε στάχτη) (Σοφ. Ικέτ. 885. Γρυπάρης)
  4. ξηρά ως αντίθετο της θάλασσας, αλλά και γενικά το περιβάλλον ως αντίθετο του ουρανού
  5. πατρίδα
    Ἀνδρῶν γὰρ ἐπιφανῶν πᾶσα γῆ τάφος (Επιτάφιος Περικλή)
  6. ορισμένα ορυκτά (Θηραϊκή Γη)

Άλλες μορφέςΕπεξεργασία

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  • τῆς γῆς ἡ ἀρίστη: η πιο εύφορη χώρα
  • δῶς μοι πᾶ στῶ καὶ τὰν γᾶν κινάσω (Αρχιμήδης)

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΣύνθεταΕπεξεργασία