Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο γεωργός οι γεωργοί
      γενική του γεωργού των γεωργών
    αιτιατική τον γεωργό τους γεωργούς
     κλητική γεωργέ γεωργοί
Κατηγορία όπως «αγρός» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

γεωργός < αρχαία ελληνική γεωργός < γεω- (γῆ) + ἔργον

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ʝe.oɾˈɣos/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

γεωργός αρσενικό

  • αυτός που ζει καλλιεργώντας τη γη

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία