Δείτε επίσης: θέα

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η θεά οι θεές
      γενική της θεάς των θεών
    αιτιατική τη θεά τις θεές
     κλητική θεά θεές
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

θεά < αρχαία ελληνική θεά θηλυκό του θεός

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /θɛ.ˈa/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

θεά θηλυκό

  1. θηλυκή θεότητα
  2. (μεταφορικά) πολύ όμορφη γυναίκα

Πολυλεκτικοί όροιΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία



Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική θεά θεά θεαί
Γενική θεᾶς θεαῖν θεῶν
Δοτική θε θεαῖν θεαῖς
Αιτιατική θεάν θεά θεάς
Κλητική θεά θεά θεαί

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

θεά θηλυκό