Άνοιγμα κυρίου μενού
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : θεά

Πίνακας περιεχομένων

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική θέα θέες
γενική θέας
αιτιατική θέα θέες
κλητική θέα θέες

  Ετυμολογία Επεξεργασία

θέα < αρχαία ελληνική θέα

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

θέα θηλυκό

  1. αυτό που βλέπει κανείς
    σε κοινή θέα: ώστε να (το) βλέπουν οι πάντες
  2. η ευρεία εικόνα από μακριά ενός φυσικού τοπίου, μιας πόλης κ.λπ
    ενοικιάζεται δωμάτιο με θέα στη θάλασσα

  Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία


Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

θέα < θεάομαι και ιωνικός τύπος θηέομαι

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

θέα θηλυκό ( & ιωνικός τύπος θέη)

  1. η ενασχόληση με το κοίταγμα, το κοίταγμα με θαυμασμό ή με ερευνητική ματιά
  2. όψη
  3. αυτό που βλέπει κανείς, το αντικείμενο της θέας, το θέαμα
  4. η θέση του πολίτη στο θέατρο, η θέση του θεατή