Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

μήνα < μη να

  ΜόριοΕπεξεργασία

μήνα

  1. (ερωτηματικό) μήπως;
    ※  μήνα σε γάμο ρίχνονται, μήνα σε χαροκόπι; (από το δημοτικό τραγούδι "Της Δέσπως")

  Κλιτικός τύπος ουσιαστικούΕπεξεργασία

μήνα αρσενικό