Δείτε επίσης: ὥρα

Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ὤρα < ίσως από οὖρος (φύλακας) χωρίς να αποκλείεται και το ὁράω

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ὤρα θηλυκό ή ὤρη (ιωνική διάλεκτος)

  • τὸ δὲ μηδεμίαν ὤρην ἔχειν ἁρπασθεισέων σωφρόνων: δῆλα γὰρ δὴ ὅτι, εἰ μὴ αὐταὶ ἐβούλοντο, οὐκ ἂν ἡρπάζοντο. σφέας μὲν δὴ τοὺς ἐκ τῆς Ἀσίης λέγουσι Πέρσαι ἁρπαζομενέων τῶν γυναικῶν λόγον οὐδένα ποιήσασθαι, Ἕλληνας δὲ Λακεδαιμονίης εἵνεκεν γυναικὸς στόλον μέγαν συναγεῖραι καὶ ἔπειτα ἐλθόντας ἐς τὴν Ἀσίην τὴν Πριάμου δύναμιν κατελεῖν (:οι σοφοί δεν φροντίζουν διόλου για τις γυναίκες που τις άρπαξαν (εχθροί), γιατι αν αυτές δεν ήθελαν, δεν θα τις άρπαζαν. Και τις δικές τους αν άρπαζαν τις γυναίκες από την Ασία, οι Πέρσες δεν θα δημιουργούσαν ζήτημα. Οι Ελληνες όμως για μια Λακεδαινόμια γυναίκα μάζεψαν ολόκληρο στόλο και ήρθαν στην Ασία και κατέστεψαν τη δύναμη του Πρίαμου)

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία