Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική χειμών χειμῶνε χειμῶνες
Γενική χειμῶνος χειμώνοιν χειμώνων
Δοτική χειμῶνι χειμώνοιν χειμῶσι(ν)
Αιτιατική χειμῶνα χειμῶνε χειμῶνας
Κλητική χειμών χειμῶνε χειμῶνες

  Ετυμολογία Επεξεργασία

χειμών < χεῖμα < ινδοευρωπαϊκή ρίζα *ǵʰeym-

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

χειμών αρσενικό

  1. (εποχή) χειμώνας, ως εποχή
    χειμῶνος ὥρᾳ
  2. κακοκαιρία, χειμωνιάτικος καιρός ανεξαρτήτως εποχής
  3. τρικυμία στη θάλασσα
  4. (μεταφορικά) βαρύ πλήγμα, συμφορά
    θεόσσυτον χειμῶνα  : καταιγίδα από συμφορές, σταλμένη από το θεό (Αισχύλος)

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΣημειώσειςΕπεξεργασία

  ΠηγέςΕπεξεργασία