Δείτε επίσης: Χειμώνας

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο χειμώνας οι χειμώνες
      γενική του χειμώνα των χειμώνων
    αιτιατική τον χειμώνα τους χειμώνες
     κλητική χειμώνα χειμώνες
Παράρτημα:Ουσιαστικά
 
Ο Χειμώνας, του Giuseppe Arcimboldo (1573)

  Ετυμολογία Επεξεργασία

χειμώνας < μεσαιωνική ελληνική χειμώνας < αρχαία ελληνική χειμών[1]

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /çi'mɔ.nas/
συλλαβισμός: χει‐μώ‐νας

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

χειμώνας αρσενικό

  1. η εποχή του έτους, μετά το φθινόπωρο και πριν την άνοιξη, κατά την οποία ο ήλιος βρίσκεται σε χαμηλότερη θέση στον ουρανό σε σχέση με τον υπόλοιπο χρόνο και επικρατούν χαμηλότερες θερμοκρασίες
    ※ Μήνες πέρασαν από το θάνατο της δόλιας της Μάνας, την άνοιξη δέχτηκε το καλοκαίρι, και το καλοκαίρι ο χινόπωρος, και το χινόπωρο ο χειμώνας. (Χρ. Χρηστοβασίλης "Διηγήματα της Ξενιτειάς", 1907)
  2. (μεταφορικά) ο κακός καιρός, η κακοκαιρία
    Έπιασε χειμώνας Μάη μήνα!
  3. (κατ' επέκταση) οι δυσκολίες
    Μα για το Δάφνη και τη Χλόη έρχεται χειμώνας πιο πικραμένος κι από τον πόλεμο.
  4. τα γηρατειά (με τις ηλικίες ανά εποχές, π.χ. την εφηβεία και τα νιάτα να ταυτίζονται με την άνοιξη)
  5. τρόπος να μετράει κάποιος το χρόνο, τη διάρκεια
    Πέρασαν δυο καλοκαίρια κι ένας χειμώνας
    ※  Ήλθεν ένας χειμώνας, ήλθεν ένα καλοκαίρι, ήλθεν άλλος χειμώνας, ήλθεν άλλο καλοκαίρι, ο Στεφανάκης τους έστελνεν από τα Χριστούγεννα εις την Λαμπρή... (Αλεξ. Μωραϊτίδης, "Διηγήματα", 1921)
    ※  Ενω, εάν αριθμή τις, ως εγώ εις την παρούσαν ιστορίαν, κατά θέρη και χειμώνας, υπολογίζων έκαστον θέρος και έκαστον χειμώνα ως ισοδυναμούντα προς ήμισυ έτος, θα εύρη ότι ο πρώτος ούτος πόλεμος διήρκεσε δέκα θέρη και δέκα χειμώνας. (Θουκυδίδης, Πελοποννησιακός Πόλεμος, Ε20, μετάφραση Ελευθερίου Βενιζέλου)

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΣύνθεταΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΑναφορέςΕπεξεργασία