↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο ώριμος η ώριμη το ώριμο
      γενική του ώριμου της ώριμης του ώριμου
    αιτιατική τον ώριμο την ώριμη το ώριμο
     κλητική ώριμε ώριμη ώριμο
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι ώριμοι οι ώριμες τα ώριμα
      γενική των ώριμων των ώριμων των ώριμων
    αιτιατική τους ώριμους τις ώριμες τα ώριμα
     κλητική ώριμοι ώριμες ώριμα
Κατηγορία όπως «όμορφος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία

επεξεργασία
ώριμος < αρχαία ελληνική ὥριμος < ὥρα (εποχή)

  Επίθετο

επεξεργασία

ώριμος

  1. για καρπό που μπορεί πια να καταναλωθεί· ο γινωμένος
  2. για άτομο που ενεργεί με ωριμότητα, δηλαδή έχει συγκροτημένη προσωπικότητα και ισορροπημένη συμπεριφορά
  3. για τον πλήρως ανεπτυγμένο άνθρωπο που προσφέρεται για κάτι, αλλά και την κατάσταση ή ενέργεια που πληροί τις προϋποθέσεις για ένα συγκεκριμένο αποτέλεσμα, π.χ.
    ο ώριμος, μεστός λόγος του, έπεισε το ακροατήριο
    ήταν πια ώριμες οι συνθήκες για την αλλαγή
    ήταν αρκετά ώριμη για να γίνει μητέρα
  4. για τον ενήλικα, αλλά συνήθως το άτομο που πλησιάζει ή ήδη ανήκει στη μέση ηλικία π.χ.
    ήρθε μια κυρία ώριμης ηλικίας

Εκφράσεις

επεξεργασία
  • κατόπιν ωρίμου σκέψεως
  • πέφτω σαν ώριμο φρούτο
  • ώριμη σκέψη

Αντώνυμα

επεξεργασία

  Μεταφράσεις

επεξεργασία