Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο άγουρος η άγουρη το άγουρο
      γενική του άγουρου της άγουρης του άγουρου
    αιτιατική τον άγουρο την άγουρη το άγουρο
     κλητική άγουρε άγουρη άγουρο
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι άγουροι οι άγουρες τα άγουρα
      γενική των άγουρων των άγουρων των άγουρων
    αιτιατική τους άγουρους τις άγουρες τα άγουρα
     κλητική άγουροι άγουρες άγουρα
Κατηγορία όπως «όμορφος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

άγουρος < μεσαιωνική ελληνική άγουρος < αρχαία ελληνική ἄωρος

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

άγουρος -η -ο

  1. (για φρούτα και καρπούς) που δεν έχει ακόμη ωριμάσει
     συνώνυμα: αγίνωτος, ανώριμος, άωρος, πρόωρος, πρώιμος
  2. (για πρόσωπα) που δεν έχει ολοκληρωθεί, που δεν έχει πείρα
     συνώνυμα: άπειρος, ανώριμος
  3. (μεταφορικά) που δεν έχει αναπτυχθεί, δεν έχει ολοκληρωθεί
     συνώνυμα: ανολοκλήρωτος, ανώριμος, πρόωρος, πρώιμος

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

άγουρος αρσενικό

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία