Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αγόρι αγόρια
γενική αγοριού αγοριών
αιτιατική αγόρι αγόρια
κλητική αγόρι αγόρια

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αγόρι μεσαιωνική ελληνική αγόρι(ν) / αγούριν < ελληνιστική κοινή ἄγωρος < αρχαία ελληνική ἄωρος < ἀ- + ὥρα < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *yōr-ā < *yēr / *yeh₁r- (έτος, εποχή)

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /a.ˈɣɔ.ɾi/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

αγόρι ουδέτερο

  1. το παιδί αρσενικού γένους
     συνώνυμα: παιδί
  2. ο σύντροφος
     συνώνυμα: αγαπητικός, σύντροφος
  3. ο σερβιτόρος ή ο καμαριέρης
     συνώνυμα: γκαρσόν, γκαρσόνι

ΑντώνυμαΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΣύνθεταΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία