Δείτε επίσης: ὡριμάζω

Νέα ελληνικά (el)Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ωριμάζω < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ὡριμάζω < αρχαία ελληνική ὥριμος

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /o.ɾiˈma.zo/
τυπογραφικός συλλαβισμός: ω‐ρι‐μά‐ζω

  ΡήμαΕπεξεργασία

ωριμάζω, αόρ.: ωρίμασα, μτχ.π.π.: ωριμασμένος (χωρίς παθητική φωνή)

  1. (αμετάβατο, για φρούτο ή λαχανικό) αποκτώ την τελική μου μορφή (μέγεθος, χρώμα)
    Τα μήλα στην αυλή μας ωριμάζουν τώρα, πάρε μερικά μαζί σου αν θες.
  2. (αμετάβατο, για άνθρωπο) αποκτώ τις απαιτούμενες πνευματικές ικανότητες που μου επιτρέπουν να φέρομαι και να λειτουργώ ως ενήλικος στην κοινωνία
    Αυτό το παιδί δε λέει να ωριμάσει ποτέ, θυμώνει και βάζει τις φωνές με το παραμικρό.
  3. (αμετάβατο, για άνθρωπο ή ζώο) μεγαλώνω, γίνομαι ενήλικος
    Οι γάτες ωριμάζουν μέσα σε λιγότερο από ένα χρόνο.
  4. (αμετάβατο, για συνθήκες, καταστάσεις) φτάνω σε κατάλληλο στάδιο ώστε να γίνει κάτι (συνήθως επιθυμητό)
    Οι συνθήκες έχουν πια ωριμάσει για να ψηφιστεί αυτός ο νόμος.
  5. (μεταβατικό) κάνω κάποιον ή κάτι να γίνει ώριμος
    ο ήλιος ωριμάζει τα σταφύλια

ΚλίσηΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

→ και δείτε τη λέξη ώριμος

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία