Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο ωραιότερος η ωραιότερη το ωραιότερο
      γενική του ωραιότερου της ωραιότερης του ωραιότερου
    αιτιατική τον ωραιότερο την ωραιότερη το ωραιότερο
     κλητική ωραιότερε ωραιότερη ωραιότερο
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι ωραιότεροι οι ωραιότερες τα ωραιότερα
      γενική των ωραιότερων των ωραιότερων των ωραιότερων
    αιτιατική τους ωραιότερους τις ωραιότερες τα ωραιότερα
     κλητική ωραιότεροι ωραιότερες ωραιότερα
Κατηγορία όπως «όμορφος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ωραιότερος < ωραι-ότερος < αρχαία ελληνική ὡραιότερος, συγκριτικός βαθμός του ὡραῖος

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

ωραιότερος, -η, -ο (& πιο ωραίος) συγκριτικός βαθμός του ωραίος

  1. που είναι πιο ωραίος αισθητικά
    Η Μαρία είναι ωραιότερη της Ελένης (πιο ωραία)
  2. που είναι καλύτερος, που ενδείκνυται
    Αυτή η λύση είναι ωραιότερη (κομψότερη, καλύτερη)
  3. υπερθετικός βαθμός με περίφραση αντί του ωραιότατος
    Η Μαρία είναι η ωραιότερη (απ' όλες)

ΑντώνυμαΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία