Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

καλλίγραμμος < (η λέξη μαρτυρείται από το 1890)

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

καλλίγραμμος

  • που έχει όμορφες σωματικές αναλογίες

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία