Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ωραιότητα ωραιότητες
γενική ωραιότητας ωραιοτήτων
αιτιατική ωραιότητα ωραιότητες
κλητική ωραιότητα ωραιότητες

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ωραιότητα < αρχαία ελληνική ὡραιότης

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ωραιότητα θηλυκό (πιο δόκιμο στον ενικό)

  1. η ιδιότητα του ωραίου, η ομορφιά για πιο αφηρημένες έννοιες αλλά και για ανθρώπους

  ΣυνώνυμαΕπεξεργασία


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία