Γαλλικά (fr) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

beau < bel < λατινική bellus

  ΠροφοράΕπεξεργασία

beau 

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

γένος ενικός πληθυντικός
αρσενικό beau beaux
θηλυκό belle belles

beau (fr) και bel (μπροστά από φωνήεν, άφωνο h, μερικές εκφράσεις)

  1. ωραίος

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

beau (fr)

  1. το ωραίο

  ΕπίρρημαΕπεξεργασία

beau (fr)

  1. μάταια
    j'ai beau le lui dire, il fait la sourde oreille - του το λέω μάταια, κάνει πως δεν ακούει

ΣύνθεταΕπεξεργασία