Ελληνικά (el) Επεξεργασία


  Ετυμολογία Επεξεργασία

ασχημάτιστος < → λείπει η ετυμολογία

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

ασχημάτιστος

  1. που δεν έχει συγκροτηθεί
  2. (μτφ.) αδιαμόρφωτος, αδιάπλαστος
  3. που δεν έχει πάρει ακόμη το κανονικό του σχήμα
  4. που δεν έχει σχηματιστεί

όταν δημιουργήθηκε ο Ήλιος, το υπόλοιπο ηλιακό σύστημα ήταν ακόμη ασχημάτιστο

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία