Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

δυσδιάκριτος < ελληνιστική κοινή δυσ- + διακρίνω + -τος

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

δυσδιάκριτος, -η, -ο

  1. που δύσκολα διακρίνεται
    μια δυσδιάκριτη διαφορά
    μια δυσδιάκριτη λεπτομέρεια


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία