Δείτε επίσης: Wissen

Γερμανικά (de) Επεξεργασία

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ήχος 

  ΡήμαΕπεξεργασία

wissen (de) (παρατατικός: wusste, μετοχή παρακειμένου: gewusst)

  • γνωρίζω, ξέρω
    "ich weiß, dass ich nichts weiß" (Sokrates) - "ἕν οἶδα, ὅτι οὐδέν οἶδα" (Σωκράτης)