Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αγνοώ < αρχαία ελληνική ἀγνοῶ

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /a.γnɔ.ˈɔ/

  ΡήμαΕπεξεργασία

αγνοώ παθητικό αγνοούμαι, μετοχή παθητικού ενεστώτα: αγνοούμενος, μετοχή παθητικού παρακειμένου αγνοημένος

  1. δεν γνωρίζω ένα θέμα
  2. δεν δίνω σημασία σε κάποιον, περιφρονώ
  3. δεν δίνω σημασία σε κάτι· όχι απαραιτήτως υποτιμητικά
    πχ: δεν δίνω την δέουσα σημασία σε μία ένδειξη και δεν αντιδρώ / δεν μεταβάλλω την συμπεριφορά μου όπως θα έπρεπε

ΚλίσηΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία