Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αφομοιώνω < αρχαία ελληνική ἀφομοιόω / ἀφομοιῶ < ἀπό + ὁμοιόω < ὅμοιος (με δάσυνση του "π" σε "φ", λόγω του δασυνόμενου αρκτικού "ο")

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /a.fɔ.mi.ˈɔ.nɔ/

  ΡήμαΕπεξεργασία

αφομοιώνω

  1. κάνω κάτι όμοιο με άλλο
  2. εμπεδώνω, κατανοώ κάτι πλήρως

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΚλίσηΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία