Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το κρατητήριο τα κρατητήρια
      γενική του κρατητηρίου
κρατητήριου
των κρατητηρίων
    αιτιατική το κρατητήριο τα κρατητήρια
     κλητική κρατητήριο κρατητήρια
Κατηγορία όπως «πρόσωπο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

κρατητήριο < από το ρήμα κρατώ

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

κρατητήριο ουδέτερο

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία