Ελληνικά (el) Επεξεργασία


↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η ακράτεια οι ακράτειες
      γενική της ακράτειας των ακρατειών
    αιτιατική την ακράτεια τις ακράτειες
     κλητική ακράτεια ακράτειες
Κατηγορία όπως «θάλασσα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ακράτεια <
  1. αρχαία ελληνική ἀκράτεια
  2. ἐκράτεια < λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική incontinence

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ακράτεια θηλυκό

  1. (λόγιο) η ιδιότητα αυτού που δεν μπορεί να ελέγξει τα πάθη του
     αντώνυμα: εγκράτεια
  2. (ιατρική) η πάθηση ασθενούς ο οποίος δεν μπορεί να συγκρατήσει τις απεκκρίσεις
  3. (ειδικότερα) η ακράτεια ούρων

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία