Δείτε επίσης: παρακρατώ

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

κατακρατώ < αρχαία ελληνική κατακρατέω / κατακρατῶ < κατά + κρατέω / κρατῶ ((σημασιολογικό δάνειο) γαλλική détenir / retenir)

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /katakɾaˈtɔ/
τυπογραφικός συλλαβισμός: κα‐τα‐κρα‐τώ

  ΡήμαΕπεξεργασία

κατακρατώ (παθητική φωνή: κατακρατούμαι, κατακρατιέμαι)

  1. (νομική) κατέχω με παράνομο τρόπο κάτι που δεν μου ανήκει και δεν το αποδίδω
  2. (νομική) επιβάλλω περιορισμούς ή φυλακίζω
  3. συγκρατώ διάφορες ουσίες, χωρίς να (μπορώ να) τις αποβάλλω

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΚλίσηΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία