Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

      ενικός         πληθυντικός  
hold holds

hold (en)

  1. κράτημα, λαβή
  2. κράτημα (για τα μαλλιά, κόμμωση)
  3. το συνολικό ποσό που παίζεται σε ένα στοίχημα
  4. χώρος για τα μεταφερόμενα εμπορεύματα σε πλοίο (αμπάρι) ή αεροσκάφος

  ΡήμαΕπεξεργασία

ενεστώτας hold
γ΄ ενικό ενεστώτα holds
αόριστος held
παθητική μετοχή held
ενεργητική μετοχή holding
αγγλικά ανώμαλα ρήματα

hold (en)

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΣύνθεταΕπεξεργασία