Γαλλικά (fr) Επεξεργασία

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ʔɔl.diŋ/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ενικός πληθυντικός
holding holdings

holding (fr) αρσενικό

  1. το χόλντινγκ