Ουσιαστικό

επεξεργασία

holder (en)

  1. θήκη, βάση, στήριγμα πάνω ή μέσα στο οποίο τοποθετείται κάτι ή που χρησιμοποιείται για να κρατήσει κανείς κάτι
    cup holder, candle holder, business card holder, umbrella holder, paper towel holder
  2. κάτοχος, αυτός του οποίου κάτι ανήκει
    ticket holder, holder of company stock, holder of the world record

Εκφράσεις

επεξεργασία
  1. holder of the keys (to something): αυτός που ελέγχει πρόσβαση σε κάτι ή που ασκεί εξουσία πάνω σε ένα θέμα