Ελληνικά (el) Επεξεργασία


  Ετυμολογία Επεξεργασία

διατήρηση < → λείπει η ετυμολογία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

διατήρηση θηλυκό

  • η εξασφάλιση της άρτιας κατάστασης ενός αντικειμένου
π.χ Η διατήρηση της φυσικής μας κατάστασης είναι σημαντικός δείκτης της ψυχοσωματικής μας υγείας. 
    Η ασφαλής διατήρηση των αρχειακών τεκμηρίων ή των βιβλίων από τους επαγγελματίες κρίνεται απαραίτητη για την διαφύλαξη της πολιτιστικής μας κληρονομιάς. 


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία