Δείτε επίσης: conversation

Αγγλικά (en) Επεξεργασία

      ενικός         πληθυντικός  
conservation conservations

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

conservation (en)

  1. η διατήρηση
    the principle of mass–energy conservation - η αρχή της διατήρησης της ύλης και της ενέργειας
  2. η διατήρησηπροστασία)
    conservation biology is the scientific study of the nature and status of Earth's biodiversity
  3. η συνετή χρήση ενός φυσικού πόρου με σκοπό τη διαφύλαξή του
    water conservation

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία



Γαλλικά (fr) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ενικός πληθυντικός
conservation conservations

conservation (fr) θηλυκό

  1. η διατήρηση