Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

σώζομαι < παθητική φωνή του ρήματος σώζω

  ΡήμαΕπεξεργασία

σώζομαι

  1. με σώζουν, βρίσκω τη σωτηρία μου
  2. (για ποσότητα-απόθεμα υλικού) εξαντλούμαι, τελειώνω
    Πῆγε λοιπὸν ἡ γυναίκα κ᾿ ἔκανε ὅπως τῆς παράγγειλε ὁ Ἠλίας, καὶ τὸν πῆρε στὸ σπίτι της, κι᾿ ἀπὸ κείνη τὴ μέρα δὲ λιγόστεψε τ᾿ ἀλεύρι μήτε τὸ λάδι σώθηκε, κατὰ τὸ λόγο τοῦ Θεοῦ. (Φώτης Κόντογλου - Ὁ Πύρινος Ἅγιος, Ἠλίας ὁ Θεσβίτης)

ΚλίσηΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία