Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

εξαντλούμαι, παθητική φωνή του εξαντλώ

  ΡήμαΕπεξεργασία

εξαντλούμαι

  1. εξουθενώνομαι, κουράζομαι υπερβολικά, δεν έχω πια άλλες δυνάμεις
    εξαντλήθηκα από την πολύωρη πεζοπορία
  2. (στο γ' πρόσωπο) για κάτι που τελειώνει, δεν υπάρχει πια σε επαρκείς ποσότητες
    εξαντλήθηκαν τα αποθέματα τροφίμων
    η υπομονή μου εξαντλείται

ΚλίσηΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία