Δείτε επίσης: γλυτώνω

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

γλιτώνω< μεσαιωνική ελληνική γλυτώνω < ἐγλυτώνω < *εκλυτώνω < ελληνιστική κοινή ἔκλυτος < αρχαία ελληνική ἐκλύω < λύω < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *lewH-

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ɣʎi.ˈtɔ.nɔ/

  ΡήμαΕπεξεργασία

γλιτώνω

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΚλίσηΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία