Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

      ενικός         πληθυντικός  
right rights

right (en)

  1. το δικαίωμα
    Every human has the right to life (Κάθε άνθρωπος έχει δικαίωμα στη ζωή)

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

right (en)

  1. σωστός
  2. δεξιός

  ΕπίρρημαΕπεξεργασία

right (en)

  1. σωστά
  2. δεξιά
  3. ακριβώς
    right here / there / after: ακριβώς εδώ / εκεί / μετά