Άνοιγμα κυρίου μενού

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική δίκιο δίκια
γενική δίκιου δίκιων
αιτιατική δίκιο δίκια
κλητική δίκιο δίκια

  Ετυμολογία Επεξεργασία

δίκιο < δίκαιο

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

δίκιο ουδέτερο

  1. αυτό που είναι αληθές ή ορθό, που συμφωνεί με την πραγματικότητα
    η επιστημονική εξέλιξη απέδειξε ότι ο Γαλιλαίος είχε δίκιο σε αυτά που υποστήριζε
  2. αυτό που είναι σύμφωνο με τις αρχές της ηθικής και της δικαιοσύνης
    αγωνίζομαι να βρω το δίκιο μου
    μη θυμώνεις μαζί του, έχει κι αυτός τα δίκια του

  Εναλλακτικές μορφές Επεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία