Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το δίκιο τα δίκια
      γενική του δίκιου των δίκιων
    αιτιατική το δίκιο τα δίκια
     κλητική δίκιο δίκια
Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

δίκιο < δίκαιο

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ˈði.co/
συλλαβισμός: δί‐κιο

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

δίκιο ουδέτερο

  1. αυτό που είναι αληθές ή ορθό, που συμφωνεί με την πραγματικότητα
    η επιστημονική εξέλιξη απέδειξε ότι ο Γαλιλαίος είχε δίκιο σε αυτά που υποστήριζε
  2. αυτό που είναι σύμφωνο με τις αρχές της ηθικής και της δικαιοσύνης
    αγωνίζομαι να βρω το δίκιο μου
    μη θυμώνεις μαζί του, έχει κι αυτός τα δίκια του

Άλλες μορφέςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία