Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Κλιτή μορφή ουσιαστικούΕπεξεργασία

δίκιων ουδέτερο

  1. δίκιο, στη γενική του πληθυντικού