Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο δεξιός η δεξιά το δεξιό
      γενική του δεξιού της δεξιάς του δεξιού
    αιτιατική τον δεξιό τη δεξιά το δεξιό
     κλητική δεξιέ δεξιά δεξιό
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι δεξιοί οι δεξιές τα δεξιά
      γενική των δεξιών των δεξιών των δεξιών
    αιτιατική τους δεξιούς τις δεξιές τα δεξιά
     κλητική δεξιοί δεξιές δεξιά
Κατηγορία όπως «δεξιός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

δεξιός < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική δεξιός < ινδοευρωπαϊκή ρίζα *deḱs (δεξιός) < *deḱ (παίρνω, αντιλαμβάνομαι)
για την πολιτική < σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική droit (από τη Γαλλική Επανάσταση, όταν τα συντηρητικότερα μέλη της Νομοθετικής Εθνοσυνέλευσης κάθονταν στη δεξιά πλευρά της αίθουσας συνεδριάσεων, όπως φαίνεται από το προεδρείο)

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ðe.ksiˈos/
ΔΦΑ : /ðeˈksços/ (σε γρήγορο λόγο)

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

δεξιός, -ά, -ό

  1. που βρίσκεται στην αντίθετη πλευρά της καρδιάς αυτού που μιλάει
    1. (ουσιαστικοποιημένο) το δεξί: το δεξί χέρι ή πόδι κάποιου
      Μπήκε με το δεξί στο νέο του σπίτι για καλή τύχη
    2. (ουσιαστικοποιημένο) → δείτε  η δεξιά: (λόγιο) το δεξί χέρι
     συνώνυμα: δεξής
  2. (πολιτική)
    1. ο σχετικός με τα πολιτικά κόμματα που θεωρούνται συντηρητικά
    2. που ανήκει σε ή ψηφίζει συντηρητικά πολιτικά κόμματα
      δείτε και τη λέξη δεξιά (θηλυκό ουσιαστικό)

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

 ετυμολογικό πεδίο 
δεξι- 

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία



Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

Πτώση Ενικός Πληθυντικός
Ονομαστική δεξιός δεξιά δεξιόν δεξιοί δεξιαί δεξιά
Γενική δεξιοῦ δεξιᾶς δεξιοῦ δεξιῶν δεξιῶν δεξιῶν
Δοτική δεξιῷ δεξιᾷ δεξιῷ δεξιοῖς δεξιαῖς δεξιοῖς
Αιτιατική δεξιόν δεξιάν δεξιόν δεξιούς δεξιάς δεξιά
Κλητική δεξιέ δεξιά δεξιόν δεξιοί δεξιαί δεξιά
Δυικός Αρσενικό-Ουδέτερο Θηλυκό
Ονομαστική-Αιτιατική-Κλητική δεξιώ δεξιά
Γενική-Δοτική δεξιοῖν δεξιαῖν

  Ετυμολογία Επεξεργασία

δεξιός < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *deḱs (δεξικός) < *deḱ (παίρνω, αντιλαμβάνομαι)

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

δεξιός, -ά, -όν

  1. δεξιός, που βρίσκεται στην αντίθετη πλευρά της καρδιάς αυτού που μιλάει
  2. ευνοϊκός
  3. (μεταφορικά) επιδέξιος
  4. (αστρονομία) νότιος (δεξιά της ανατολής)

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΠηγέςΕπεξεργασία